εγκέφαλος


εγκέφαλος
[энгэфалос] ου а. а головной мозг,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εγκέφαλος" в других словарях:

  • ἐγκέφαλος — of the brain masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εγκέφαλος — Το ανώτερο και πιο ανεπτυγμένο τμήμα του νευρικού συστήματος, που βρίσκεται στην κοιλότητα του κρανίου. Η μακροσκοπική εικόνα του ε. είναι μαλακή μάζα γκριζωπού και λευκού ιστού με έντονα πτυχωμένη επιφάνεια. Για περιγραφικούς λόγους, ο ε. συχνά… …   Dictionary of Greek

  • εγκέφαλος — ο (ενν. μυελός) 1. ο μυελός του κρανίου, το μυαλό. 2. μτφ., ο νους που διευθύνει, το πνευματικό κέντρο: Είναι ο εγκέφαλος του υπουργείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηλεκτρονικός εγκέφαλος — Γενική ονομασία υπολογιστικών μηχανών που χρησιμοποιούν σύνθετα ηλεκτρονικά κυκλώματα. Ο η.ε. λέγεται επίσης πιο απλά υπολογιστής. Πολλοί χρησιμοποιούν και την αγγλική λέξη κομπιούτερ (computer). Βλ. λ. υπολογιστικές μηχανές …   Dictionary of Greek

  • ἐγκεφάλοιο — ἐγκέφαλος of the brain masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκεφάλοις — ἐγκέφαλος of the brain masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκεφάλου — ἐγκέφαλος of the brain masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκεφάλους — ἐγκέφαλος of the brain masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκεφάλων — ἐγκέφαλος of the brain masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκεφάλῳ — ἐγκέφαλος of the brain masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)